Ρήξη Υπερακανθίου

Τι είναι η ρήξη υπερακανθίου (Rotator Cuff) και πώς αντιμετωπίζεται;

Ρήξη υπερακανθίου (Rotator Cuff) ονομάζεται η επώδυνη κατάσταση κατά την οποία ο τένοντας του υπερακανθίου στον ώμο έχει κοπεί/αποκολληθεί από την κατάφυση του στο βραχιόνιο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να ανεπαρκεί κατά τη διάρκεια της κίνησης της απαγωγής, αλλά και της πρόσθιας κάμψης, οπότε ο ασθενής χάνει μυϊκή ισχύ και κυρίως έχει έντονο πόνο σε καθημερινές κινήσεις. Ο πόνος αρχικά εμφανίζεται μόνον κατά την κίνηση και σταδιακά και σε ηρεμία.

Το αίτιο της ρήξης είναι συνήθως η εκφύλιση-γήρανση του τένοντα, ενώ είναι δυνατόν ένας τραυματισμός να επιδεινώσει την κατάσταση. Η διάγνωση γίνεται με την κλινική εξέταση και επιβεβαιώνεται με τη Μαγνητική Τομογραφία (MRI).

Σε μικρή ομάδα, κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, η ανάπαυση του μέλους, η φαρμακευτική αγωγή με αντιφλεγμονώδη φάρμακα και η φυσικοθεραπεία είναι δυνατόν να επιφέρουν κάποιου βαθμού βελτίωση. Η έγχυση κορτιζόνης και τοπικού αναισθητικού στον υπακρωμιακό χώρο στον ώμο των ασθενών με ρήξη υπερακανθίου σπανίως έχει θέση.

Στους περισσότερους ασθενείς με εμμένοντα συμπτώματα και ανυποχώρητο πόνο η μόνη λύση είναι χειρουργική, και επιτυγχάνεται με συρραφή του τένοντα του υπερακανθίου. Και αυτή η επέμβαση είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί αρθροσκοπικά από χειρουργούς με ιδιαίτερη εκπαίδευση και εμπειρία στην αρθροσκοπική χειρουργική του ώμου. Κατά τη διάρκεια της αρθροσκοπικής επέμβασης επιβεβαιώσουμε τη διάγνωση αντιμετωπίζουμε όποια άλλη ενδαρθρική παθολογία πιθανόν συνυπάρχει και προχωρούμε στη συρραφή-αποκατάσταση του τένοντα του υπερακανθίου, αλλά και του τένοντα του υπακανθίου και του υποπλατίου αν συμμετέχουν και αυτοί στη ρήξη.

Η αρθροσκοπική συρραφή των ανωτέρω τενόντων, αν και τεχνικά απαιτητική επέμβαση, γίνεται με ελάχιστη παρεμβατικότητα, έχει χαμηλή νοσηρότητα και υψηλά ποσοστά επιτυχίας και επιτρέπει την ίδια μέρα την έξοδο του ασθενούς από την κλινική, καθώς και σαφώς ταχύτερη μετεγχειρητική αποκατάσταση.